Υψομετρικά τεστ

Θέματα σχετικά με εκπαίδευση των σωμάτων αλλά και πολιτών σε τακτικές μάχης - όπλα και σχετικά ακαδημαϊκά ζητήματα.

Συντονιστές: JohnSon, KostasTHES

Υψομετρικά τεστ

Δημοσίευσηαπό policegirl » 06 Νοέμ 2017 17:19

Παιδιά καλησπέρα σας! Ήθελα να ρωτησω κυρίως τους ένστολους που έχουν κάποια πληροφόρηση παραπανω, αν αληθεύει οτι θα αλλάξουν το νομο για το υψος των γυναικων στις σχολές της ΕΛ.ΑΣ.
Κι αυτό, γιατί έχω διαβάσει σε διάφορα sites, οτι έγινε κάποια αιτηση, πρόσφατα, απο μια- δυο κοπέλες(δε γνωρίζω την αξιοπιστία των ιστοσελιδων) να γίνει αλλαγή του νομού,απευθυνομενες σε ελληνικά δικαστήρια κ μετέπειτα στο ευρωπαϊκο,υποστηρίζοντας πως γίνονται διακρίσεις μεταξύ γυναικών κ ανδρων. Σας ευχαριστώ για το χρονο σας εκ των προτέρων.
policegirl
Μέλος
 
Δημοσιεύσεις: 83
Εγγραφή: 29 Μάιος 2015 22:38

Re: Υψομετρικά τεστ

Δημοσίευσηαπό KostasTHES » 06 Νοέμ 2017 19:50

Το ευρωπαικο δικαστηριο το εκρινε αδικο αλλα αυτο δεν δεσμευει το υπουργειο μας.
ΟΥ ΦΕΙΣΟΜΕΘΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΗΜΩΝ
KostasTHES
Διαχειριστής
 
Δημοσιεύσεις: 2839
Εγγραφή: 19 Μαρ 2007 11:41

Re: Υψομετρικά τεστ

Δημοσίευσηαπό EggoatAk » 09 Νοέμ 2017 21:42

Πάντως θεωρώ πως θα έπρεπε να στραφεί η προσοχή στη φυσική κατάσταση και όχι στο ύψος και να γίνουν πιο αυστηρά και απαιτητικά τα αθλήματα .
Θάρρος είναι να κυριαρχείς στο φόβο σου, όχι να μην έχεις φόβο(Respect) .
EggoatAk
Νέο Μέλος
 
Δημοσιεύσεις: 14
Εγγραφή: 20 Αύγ 2017 19:22

Re: Υψομετρικά τεστ

Δημοσίευσηαπό KostasTHES » 10 Νοέμ 2017 13:36

Ναι συμφωνω απολυτα σε αυτο να ζορισουν τα πραγματα στα αθληματα που δινεις πριν την σχολη και η γυμναστικη μεσα στην σχολη να αυξηθει και να εχει περισσοτερες απαιτησεις γιατι δεν ειναι λιγοι οι ευτραφεις που εισερχονται και αποφοιτουν.
ΟΥ ΦΕΙΣΟΜΕΘΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΗΜΩΝ
KostasTHES
Διαχειριστής
 
Δημοσιεύσεις: 2839
Εγγραφή: 19 Μαρ 2007 11:41

Re: Υψομετρικά τεστ

Δημοσίευσηαπό policegirl » 11 Νοέμ 2017 22:23

Παιδιά τι να πω μακάρι να αλλάξει, γιατι δίνω φέτος και δεν ξέρω τι θα γίνει, γιατί δεν είμαι 1.70, αλλά θα ελπίζω μέχρι το τέλος μήπως και αλλάξει κάτι. Η αλήθεια είναι διαφωνω λίγο με το να γίνουν πιο αυστηρα τα αθλήματα, γιατί ο σκοπός δεν είναι να εχεις τα σωματικά προσόντα σε τέτοιο μεγαλο βαθμο, αλλά κυρίως τα πνευματικά. Μη με παρεξηγείται φυσικά και πρέπει να υπαρχουν τα αθλήματα απλως η έμφαση θα έπρεπε να δίνεται στο μυαλό κάποιου κ στην ψυχολογικη του κατασταση παρα στο αν είναι 1.70 ή 1.60 ή αν τρέχει σαν να είναι καταδρομεας.
policegirl
Μέλος
 
Δημοσιεύσεις: 83
Εγγραφή: 29 Μάιος 2015 22:38

Re: Υψομετρικά τεστ

Δημοσίευσηαπό EggoatAk » 12 Νοέμ 2017 14:58

Πρώτα απ' όλα καλή επιτυχία :16: ! Σωστό αυτό που λες αλλά τα πνευματικά προσόντα "ελέγχονται" μέσω των εξετάσεων και των ψυχομετρικών,ενώ τα αθλήματα δεν πρετοιμάζουν τόσο για το δρόμο και τις συνθήκες που θα επικρατούν. Απ'ότι έχω ακούσει από πολλούς γνωστούς μου στο χώρο της αστυνομίας (και υπαξιωματικούς και αξιωματικούς)ούτε η γυμναστική μέσα στη σχολή δεν είναι τίποτα . Έτσι ο μελλοντικός αστυφύλακας μπορεί να μην έχει τα κατάλληλα σωματικά προσόντα - ικανότητες με αποτέλεσμα να γίνεται πιο επικίνδυνη και δύσκολη η δουλειά και για τον ίδιο και για τους συναδέλφους του.
Τώρα βέβαια αυτά είναι για αστυφύλακες αν εσύ αναφέρεσαι στη σχολή αξιωματικών έ τότε Νταξει κι εγώ πιστεύω ότι το ύψος δεν παίζει ρόλο και τα αθλήματα θα μπορούσαν να να είναι πιο εύκολα από τους αστυφύλακες, καθώς η δουλειά απαιτεί διαφορετικά πράγματα .
Κι εγώ δεν είμαι 1,70 (ακόμα τουλάχιστον) αλλά ευελπιστώ ότι θα αλλάξει ο νόμος και το θεωρώ και πολύ πιθανό, οπότε ψυχραιμία . . :7:
Θάρρος είναι να κυριαρχείς στο φόβο σου, όχι να μην έχεις φόβο(Respect) .
EggoatAk
Νέο Μέλος
 
Δημοσιεύσεις: 14
Εγγραφή: 20 Αύγ 2017 19:22

Re: Υψομετρικά τεστ

Δημοσίευσηαπό spirosgiapros » 13 Νοέμ 2017 11:59

policegirl έγραψε:.....σκοπός δεν είναι να εχεις τα σωματικά προσόντα σε τέτοιο μεγαλο βαθμο, αλλά κυρίως τα πνευματικά.......
........η έμφαση θα έπρεπε να δίνεται στο μυαλό κάποιου κ στην ψυχολογικη του κατασταση παρα στο αν είναι 1.70 ή 1.60 ή αν τρέχει σαν να είναι καταδρομεας.



Το σύνολο των γυναικών συναδέλφων που έχω γνωρίσει κάτω του 1,70 με μειωμένα σωματικά προσόντα είναι ανίκανες να διαχειριστούν επιχειρησιακές υποθέσεις. Δυστυχώς η πράξη έχει μιλήσει και οι αποδείξεις είναι αδιάσειστες.

Τα προσόντα κατά την άποψη μου είναι αστεία.

Τέλος, όταν βρεθείς σε κατάσταση στρες και ο νεοεγκεφαλος παραδωσει τον πλήρες έλεγχο στον μεσεγκέφαλο και τον ερπετεγκεφαλο, τότε οι πνευματικές ικανότητες δεν λειτουργούν και κάθε οργανισμός ανταποκρίνεται αυτοματοποιημένα και εφαρμόζει όσα έχει αποθηκευμένα στις μυικές και μή μνήμες οι οποίες εξαρτώνται από την πρακτική εκπαίδευση.
spirosgiapros
Παλιό μέλος
 
Δημοσιεύσεις: 1000
Εγγραφή: 13 Ιουν 2009 13:13

Re: Υψομετρικά τεστ

Δημοσίευσηαπό spirosgiapros » 13 Νοέμ 2017 11:59

Η αρχική δικαστική απόφαση είναι η ακόλουθη


Αριθμός απόφασης:734/2008

ΤΟ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΚΥΡΩΤΙΚΟΣ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ

Τμήμα Δ΄


Με μέλη τους: Γεώργιο Φαλτσέτο Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ., Ευαγγελία Ανδρέου και Ιωάννη Καλαμάρα, Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων,

συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2008, με γραμματέα τη Γεωργία Ζυμοστρά, για να δικάσει την από 19.7.2007 αίτηση ακύρωσης

της ..... ...... ....., κατοίκου .......... Κορινθίας, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιό της δικηγόρο Πέτρο Αγγελάκη, τον οποίο έχει διορίσει με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο

κατά των Υπουργών: 1) Δημόσιας Τάξης και 2) Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων οι οποίοι παραστάθηκαν με τον Πάρεδρο του ΝΣΚ Περικλή Αγγέλου

Κατά τη δημόσια συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:

την εισηγήτρια της υπόθεσης, Εφέτη Διοικητικών Δικαστηρίων, Ευαγγελία Ανδρέου, που διάβασε τη σχετική έκθεσή της, εξέθεσε τα ζητήματα που προκύπτουν και ανέπτυξε τη γνώμη της γι΄ αυτά,

τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αιτούσας, που ανέπτυξε και προφορικά τους λόγους ακύρωσης και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, καθώς και

τον εκπρόσωπο των Υπουργών, που ζήτησε αντίθετα, να απορριφθεί η αίτηση.

Μετά τη συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη και, αφού μελέτησε τη δικογραφία και τις σχετικές διατάξεις, αποφασίζει τα εξής:

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως ακυρώσεως καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο, όπως προκύπτει από τα 2820178 και 3866284/2007 Σειρά Α` ειδικά έντυπα παραβόλου του Δημοσίου.

2. Επειδή, με την ανωτέρω αίτηση όπως αυτή αναπτύσσεται περαιτέρω με το κατατεθέν υπόμνημα ζητείται παραδεκτώς η ακύρωση α) της αρνήσεως της Διοικήσεως να επιτρέψει τη συμμετοχή της αιτούσης στο διαγωνισμό επιλογής σπουδαστών για τη σχολή αστυφυλάκων της Ελληνικής Αστυνομίας, όπως η άρνηση αυτή εκδηλώθηκε με την υπ` αριθ. Πρωτ. 6000/2/677-α`/12-6-2007 πράξη του Αστυνομικού Τμήματος Βραχατίου Κορινθίας, με την οποία επεστράφησαν στην αιτούσα τα δικαιολογητικά συμμετοχής της στο διαγωνισμό αυτό, επειδή δεν είχε το απαιτούμενο ανάστημα (1,70 μ.) και αποκλείσθηκε από τις προκαταρκτικές εξετάσεις και την εισαγωγή της στη σχολή για το ακαδημαϊκό έτος 2007-2008, β) της υπ` αριθ. 253.4/94769/Β6/31-8-2007 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, με την οποία κυρώνονται οι πίνακες των εισαγομένων και επιλαχόντων (Σύστημα Ενιαίου Απολυτηρίου) σε ποσοστό 90%, με εξετάσεις στις Σχολές της Ελληνικής Αστυνομίας για το ακαδημαϊκό έτος 2007-2008 κατά παράλειψη της αιτούσης και γ) της υπ` αριθμ. 6000/2/1930-ρο/25-9-2007 απόφασης του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, με βάση την οποία καλούνται για φοίτηση στις Σχολές της Ελληνικής Αστυνομίας επιτυχόντες και επιλαχόντες υποψήφιοι Γενικής Σειράς και των Ειδικών Κατηγοριών του ν. 1481/1984 για το ακαδημαϊκό έτος 2007-2008 κατά παράλειψη της αιτούσης.

3. Επειδή, στο άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις, 3.... ». Εξάλλου, στην παρ. 2 του άρθρου 116 του Συντάγματος, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αναθεώρηση της με το Ψήφισμα της 6-4-2001 της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι: «Δεν αποτελεί διάκριση λόγω φύλου η λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το Κράτος μεριμνά για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών». Η παράγραφος αυτή, πριν από την αναθεώρηση της, όριζε ότι: «Αποκλίσεις από τους ορισμούς της παρ. 2 του άρθρου 4 επιτρέπονται μόνο για σοβαρούς λόγους, στις περιπτώσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος». Επίσης, η παρ. 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή της με το παραπάνω Ψήφισμα, ορίζει τα εξής: «1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Εξάλλου, η Οδηγία 76/207/ΕΟΚ «Περί της εφαρμογής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας» (Ε. Ε. αριθ. Ν.39/40 της 14.2.1976), ορίζει, μεταξύ άλλων, στην παρ. 1 του άρθρου 2 ότι: «... η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα...» και στην παρ. 1 του άρθρου 3 ότι «η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, όσον αφορά τους όρους, συμπεριλαμβανομένων και των κριτηρίων επιλογής, προσβάσεως σε απασχολήσεις, σε θέσεις εργασίας, ανεξάρτητα από τομέα ή κλάδο δραστηριότητος και για όλες τις βαθμίδες της επαγγελματικής ιεραρχίας». Τέλος, στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 2 της ίδιας οδηγίας ορίζεται ότι «η παρούσα Οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια που έχουν τα Κράτη μέλη να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της τις επαγγελματικές δραστηριότητες, και, ενδεχομένως, την εκπαίδευση που απαιτείται για την πρόσβαση σ` αυτές, εφόσον λόγω της φύσεως ή των συνθηκών ασκήσεως τους, το φύλο συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας» (παρ. 2) και ότι : «η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις διατάξεις που αφορούν την προστασία της γυναίκας, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και την μητρότητα» (παρ. 3).

4. Επειδή η ανωτέρω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 4 του Συντάγματος θεσπίζει, μεταξύ άλλων, και την αρχή της ισότητας των δύο φύλων κατά την πρόσβαση στα διάφορα επαγγέλματα, καθώς και στην εκπαίδευση, που είναι αναγκαία για την άσκηση των επαγγελμάτων αυτών. Για την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής αυτής, η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 116 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση της με το Ψήφισμα της 6-4-
2001 της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος, όπως αυτή ισχύει μετά την αναθεώρηση της με το παραπάνω Ψήφισμα, που προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση των ατομικών και των κοινωνικών δικαιωμάτων, υποχρεώνει το νομοθέτη, κοινό ή κανονιστικό, αλλά και τα λοιπά όργανα του Κράτους, όταν διαπιστώνουν, ότι σε βάρος ενός φύλου έχουν αναμφισβήτητα δημιουργηθεί στην πράξη τέτοιες διακρίσεις, ώστε η απαρέγκλιτη εφαρμογή της αρχής της ισότητας, κατά την πρόσβαση στα διάφορα επαγγέλματα και στην εκπαίδευση που είναι αναγκαία για την άσκηση των επαγγελμάτων αυτών, να καταλήγει σε μία κατ` επίφαση μόνο ισότητα, ενώ ουσιαστικά παγιώνει και διαιωνίζει μια υφιστάμενη άνιση κατάσταση υπέρ του ενός φύλου, να θεσπίζουν υπέρ του υποαντιπροσπευομένου φύλου και ιδίως των γυναικών θετικά μέτρα, που είναι πρόσφορα και αναγκαία για ορισμένο χρονικό διάστημα, ώστε να μειώνονται οι ανισότητες, μέχρις ότου εγκαθιδρυθεί μια πραγματική ισότητα μεταξύ των δύο φύλων στη συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και στην εκπαίδευση, που είναι αναγκαία για την πρόσβαση σ` αυτή. Εξάλλου, από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 116 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση της, συνάγεται, ότι ο συντακτικός νομοθέτης, με σκοπό την αποκατάσταση μιας πραγματικής ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, θέλησε να θεσπίσει ρητώς τη δυνατότητα λήψεως θετικών μέτρων υπέρ των γυναικών και γενικότερα να καταστήσει ακόμη ευνοϊκότερο, σε σχέση με το διασφαλιζόμενο από το αναθεωρηθέν Σύνταγμα, το νομικό καθεστώς προστασίας τους και προσβάσεως τους στα διάφορα επαγγέλματα και συνεπώς αυστηρότερες τις προϋποθέσεις αποκλίσεων από την αρχή της ισότητας των δύο φύλων. Περαιτέρω, όμως, ο συντακτικός νομοθέτης, όπως συνάγεται από την πιο πάνω διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του Συντάγματος, δεν απαγόρευσε απολύτως σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τη συνδρομή συγκεκριμένων και σοβαρών (αποχρώντων) λόγων, που ανάγονται στη φύση ή τις συνθήκες ασκήσεως της συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας, οποιαδήποτε απόκλιση από την πιο πάνω αρχή της ισότητας των φύλων. Μια απόλυτη απαγόρευση θα έπρεπε να ορίζεται ρητά ή τουλάχιστον να συνάγεται σαφώς από τις οικείες συνταγματικές διατάξεις, δεδομένου άλλωστε ότι δικαιολογημένες αποκλίσεις δεν απαγορεύονται κατ` αρχήν, ούτε από τις προεκτεθείσες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Ενόψει των ανωτέρω, αποκλίσεις από την ως άνω αρχή, πέρα από την περίπτωση των θετικών μέτρων υπέρ των γυναικών, είναι κατ` εξαίρεση συνταγματικά θεμιτές, μόνον εφόσον προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου και προκύπτει σαφώς από το νόμο αυτό ή τις προπαρασκευαστικές εργασίες του, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι οι αποκλίσεις αυτές θεσπίσθηκαν με βάση συγκεκριμένα και πρόσφορα κριτήρια, τα οποία επιτρέπουν στους ενδιαφερόμενους πολίτες και τελικώς στα δικαστήρια να ελέγχουν, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν οι εισαγόμενες αποκλίσεις δικαιολογούνται πλήρως από τη φύση ή τις συνθήκες ασκήσεως της εργασίας και αν είναι απολύτως αναγκαίες και πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (ΣτΕ.Ολ. 1986/2005).

5. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 2 παρ. 1 περιπτ. στ` του π.δ. 4/1995 «Προσόντα ιδιωτών υποψηφίων αξιωματικών και αστυφυλάκων» (Α` 1), όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της με την παρ. 1 του άρθρου 1 του π.δ. 90/2003 (Α`82), οριζόταν ότι οι ιδιώτες υποψήφιοι για τις Σχολές Αξιωματικών και Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας πρέπει να έχουν ανάστημα τουλάχιστον 1,70μ. οι άνδρες και 1,65μ. οι γυναίκες, χωρίς υποδήματα και στηθική περίμετρο οι άνδρες τουλάχιστον 0,83μ. Ύστερα δε από την αντικατάσταση της με την παρ. 1 του άρθρου 1 του π.δ. 90/2003, η περίπτωση στ` έχει ως εξής : «Να έχουν ανάστημα (άνδρες και γυναίκες) τουλάχιστο 1,70μ. χωρίς υποδήματα». Τα αυτά ορίζει και ο όρος II 6 της απόφασης 6000/2/1930- νδ/10-5-2007 του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. με την οποία προκηρύχθηκε ο κρίσιμος διαγωνισμός για την κατάταξη σπουδαστών στις Αστυνομικές Σχολές κατά το ακαδημαϊκό έτος 2007-2008. Περαιτέρω στον όρο IV 3 της ίδιας προκήρυξης ορίζεται ότι ο υποψήφιος υποβάλλει τα δικαιολογητικά συμμετοχής στο διαγωνισμό στο αρμόδιο αστυνομικό τμήμα και ότι «3. ο Διοικητής του Αστυνομικού Τμήματος .....γ. μετράει το ανάστημα κάθε υποψηφίου και συντάσσει τη σχετική βεβαίωση πάνω στο έντυπο της αίτησης, δ. Επιστρέφει χωρίς άλλη διατύπωση τα δικαιολογητικά στους υποψηφίους που δεν έχουν το απαιτούμενο ανάστημα......Επισημαίνεται ότι το ανάστημα των υποψηφίων θα μετρηθεί τελικά και από την αθλητική επιτροπή και θα υπάρξουν κυρώσεις για όσους υπεύθυνους δεν βεβαιώσουν το ακριβές ανάστημα των υποψηφίων, πέραν των δυσμενών συνεπειών για τον υποψήφιο, που επιφέρει ενδεχόμενη πλημμέλεια, αφού τον αποκλείει από τη διαδικασία».

6. Επειδή, οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 περιπτ. στ` του π.δ. 4/1995, όπως η περ. στ` αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του π.δ. 90/2003, και του αντίστοιχου όρου IΙ 6 της προαναφερόμενης προκήρυξης, που στηρίζεται σε αυτές, δεν είναι συμβατές με την προπαρατεθείσα συνταγματική αρχή της ισότητας των δύο φύλων. Και τούτο, γιατί η καθιέρωση με αυτές του αυτού ελαχίστου αναστήματος για την εισαγωγή ανδρών και γυναικών στις Σχολές Αξιωματικών και Αστυφυλάκων στην Αστυνομική Ακαδημία, εξισώνει αυθαίρετα τους άνδρες και τις γυναίκες, παρά την ύπαρξη της υφιστάμενης μεταξύ τους βιολογικής διαφοράς σε σχέση με το ανάστημα, αφού, σύμφωνα με τις επιστημονικές ανθρωπολογικές μελέτες (βλ. Άρη Πουλιανού «Η προέλευση των Ελλήνων», Εκδ. Βιβλιοθήκης της Ανθρωπολογικής Εταιρίας Ελλάδος Αρ. 11, σελ.66), το μέσο ανάστημα για τον αντρικό πληθυσμό της Ελλάδος όλων των ηλικιών ανέρχεται σε 1,67 μ, ενώ για το γυναικείο σε 1,55 μ., χωρίς να προκύπτει σαφώς από τις συγκεκριμένες διατάξεις, ή άλλα στοιχεία, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι το συγκεκριμένο ελάχιστο ύψος αναστήματος είναι κριτήριο κατάλληλο, αναγκαίο και πρόσφορο για τον προσδιορισμό της καταλληλότητας των υποψηφίων ως αστυνομικών, δικαιολογούμενο πλήρως από τη φύση και τις συνθήκες ασκήσεως του αστυνομικού επαγγέλματος. Συνεπώς, οι διατάξεις αυτές που ορίζουν το αυτό ύψος αναστήματος για τους άνδρες και τις γυναίκες υποψήφιους σπουδαστές της Αστυνομικής Ακαδημίας είναι ανίσχυρες και ανεφάρμοστες. (πρβλ. ΔΕΑ 3357/2005, 761/2007 και ΣΕ 2096/2000 σκ. 7).

7. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής : Με την 6000/2/1930-νδ/10-5-2007 απόφαση του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ προκηρύχθηκε διαγωνισμός για την κατάταξη σπουδαστών στις Αστυνομικές Σχολές. Η αιτούσα υπέβαλε αίτηση για τη συμμετοχή της στις προκαταρκτικές εξετάσεις της Σχολής Αστυφυλάκων, πλην όμως της επεστράφησαν τα δικαιολογητικά που κατέθεσε, γιατί δεν είχε το απαιτούμενο ανάστημα 1,70 μ. με αποτέλεσμα να αποκλεισθεί από τις προκαταρκτικές εξετάσεις (είχε ανάστημα 1μ. 68 εκ.). Ο αποκλεισμός, όμως, της αιτούσης, λόγω ελλείψεως του συγκεκριμένου ύψους αναστήματος (1,70μ.) δεν είναι νόμιμος, δεδομένου ότι οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του π.δ. 90/2003 που καθιέρωσαν το ύψος αυτό και του αντίστοιχου όρου της προκήρυξης, που στηρίζεται, σε αυτές, είναι σύμφωνα με τα προεκτιθέντα, αντισυνταγματικές και ανίσχυρες. Κατ` ακολουθίαν, η άρνηση της Διοικήσεως να επιτρέψει τη συμμετοχή της αιτούσας στο διαγωνισμό επιλογής σπουδαστών για τη Σχολή Αστυφυλάκων της Ελληνικής Αστυνομίας, για το ακαδημαϊκό έτος 2007-2008, όπως η άρνηση αυτή εκδηλώθηκε με την υπ` αριθ. Πρωτ. 6000/2/677-α/12-6-2007 βεβαίωση του Αστυνομικού Τμήματος Βραχατίου Κορινθίας, με την οποία βεβαιώνεται ότι της επεστράφησαν τα δικαιολογητικά, επειδή δεν είχε το απαιτούμενο ανάστημα, δεν είναι νόμιμη, όπως επίσης δεν είναι νόμιμες και η σε αυτή στηριζόμενες προσβαλλόμενες δεύτερη και τρίτη πράξεις, οι οποίες και πρέπει να ακυρωθούν κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της αιτήσεως ακυρώσεως. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις και να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου να επανακρίνει την υπόθεση, χωρίς να λάβει υπόψη την αντισυνταγματική διάταξη περί του αναστήματος και, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, να προβεί σε κατάταξη της αιτούσης στη Σχολή Αστυφυλάκων.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Δέχεται την αίτηση ακυρώσεως.

Ακυρώνει τις προσβαλλόμενες μ` αυτήν πράξεις, κατά το μέρος που αφορούν την αιτούσα.

Αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για να ενεργήσει κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.

Επιβάλλει σε βάρος του Δημοσίου τη δικαστική δαπάνη της αιτούσας, η οποία ανέρχεται σε διακόσια εξήντα τέσσερα (264) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2008

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΑΛΤΣΕΤΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑ ΖΥΜΟΣΤΡΑ

και δημοσιεύθηκε στην ίδια πόλη στις 23 Απριλίου 2008 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΑΛΤΣΕΤΟΣ ΡΟΔΟΠΗ ΚΟΥΛΟΥΜΠΗ
spirosgiapros
Παλιό μέλος
 
Δημοσιεύσεις: 1000
Εγγραφή: 13 Ιουν 2009 13:13

Re: Υψομετρικά τεστ

Δημοσίευσηαπό spirosgiapros » 13 Νοέμ 2017 12:13

Για την παραπάνω απόφαση ασκήθηκε έφεση από το Ελληνικό δημόσιο και εκδόθηκε η 18/2014 απόφαση ΣΤΕ (η οποία είναι όμοια με τις αριθ 20/2014 και 21/2014 αποφάσεις ΣτΕ) σύμφωνα με την οποία Το άρθρο 1 παρ. 1 του π.δ. 90/2003, κατά το οποίο τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες υποψήφιοι πρέπει να έχουν το αυτό ελάχιστο ύψος, συνιστά μεν έμμεση διάκριση λόγω φύλου, αλλά δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος, συναπτομένους προς τις απαιτήσεις του αστυνομικού επαγγέλματος. Αντίθετη μειοψηφία.



Αριθμός 18/2014 ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Γ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2011, με την εξής σύνθεση: Αικ. Συγγούνα, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Δ. Μακρής, Μ. Πικραμένος, Σύμβουλοι, Α. – Μ. Παπαδημητρίου, Μ. Σταματοπούλου, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ν. Βασιλόπουλος.

Για να δικάσει την από 2 Ιανουαρίου 2009 έφεση:

των: 1) Υπουργού Εσωτερικών και 2) Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, οι οποίοι παρέστησαν με τον Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά της ............., κατοίκου Κοκκωνίου Νομού Κορινθίας, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Πέτρο Αγγελάκη (Α.Μ. 22471), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

και κατά της υπ’ αριθμ. 734/2008 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Α. – Μ. Παπαδημητρίου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο των Υπουργών, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους εφέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση και τον πληρεξούσιο της εφεσίβλητης, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου

κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση εφέσεως δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου.

2. Επειδή, με την υπό κρίση έφεση ζητείται η εξαφάνιση της υπ’ αρ. 734/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή αίτηση ακυρώσεως της ήδη εφεσίβλητης και ακυρώθηκαν α) η άρνηση της Διοίκησης να επιτρέψει στην ως άνω τη συμμετοχή της στον προκηρυχθέντα με την 6000/2/1930-νδ/10-5-2007 απόφαση του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. διαγωνισμό για την κατάταξη σπουδαστών στις αστυνομικές σχολές, επειδή δεν είχε το απαιτούμενο, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του π.δ. 90/2003 (Α΄82) και κατά τον αντίστοιχο όρο της προκήρυξης, ελάχιστο ανάστημα (1μ. και 70εκ.), άρνηση η οποία εκδηλώθηκε με την υπ’ αρ. 6000/2/677-α΄/12-6-2007 πράξη του Αστυνομικού Τμήματος Βραχατίου Κορινθίας περί επιστροφής στην εφεσίβλητη των υπ’ αυτής υποβληθέντων δικαιολογητικών συμμετοχής στον εν λόγω διαγωνισμό, β) η υπ’ αρ. 253.4/94769/Β6/31-8-2007 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων περί κυρώσεως των πινάκων εισαγομένων και επιλαχόντων (Σύστημα Ενιαίου Απολυτηρίου) σε ποσοστό 90% με εξετάσεις στη Σχολή Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας για το ακαδημαϊκό έτος 2007-2008, κατά το μέρος αυτής, με το οποίο δεν περιελήφθη σε αυτούς η αιτούσα-εφεσίβλητη, και γ) η υπ’ αρ. 6000/2/1930-ρο/25-9-2007 απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, βάσει της οποίας καλούνται προς φοίτηση στην ως άνω Σχολή επιτυχόντες και επιλαχόντες υποψήφιοι Γενικής Σειράς και Ειδικών Κατηγοριών του ν. 1481/1984, επίσης καθ’ ο μέρος παρελείφθη δι’ αυτής η εν λόγω υποψήφια.

3. Επειδή, όπως προκύπτει από την εκκαλουμένη και τα στοιχεία του φακέλου, με την 6000/2/1930-νδ/10-5-2007 απόφαση του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ προκηρύχθηκε διαγωνισμός, κατά τις διατάξεις του π.δ. 4/1995, όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του π.δ. 90/2003, για την κατάταξη σπουδαστών στις Αστυνομικές Σχολές κατά το ακαδημαϊκό έτος 2007-2008. Σύμφωνα με τον όρο ΙΙ 6 της ως άνω προκήρυξης, που επανελάμβανε αυτούσια τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 περ. στ΄ του π.δ. 4/1995, όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 1 παρ. 1 του π.δ. 90/2003, οι υποψήφιοι (άνδρες και γυναίκες) έπρεπε να έχουν ανάστημα τουλάχιστον 1,70 μ. χωρίς υποδήματα. Η ήδη εφεσίβλητη υπέβαλε αίτηση συμμετοχής στις προκαταρκτικές εξετάσεις της Σχολής Αστυφυλάκων, πλην τα δικαιολογητικά της τής επεστράφησαν με την υπ’ αρ. 6000/2/677-
α΄/12-6-2007 πράξη του Αστυνομικού Τμήματος Βραχατίου Κορινθίας επειδή δεν είχε το κατά τις ως άνω διατάξεις απαιτούμενο ελάχιστο ανάστημα του 1,70 μ. (αλλά 1,68 μ.). Αίτηση ακυρώσεως
της εκκαλούσης κατά των αναφερομένων στην δεύτερη σκέψη πράξεων, κατά το μέρος αυτών με το οποίο εκδηλώθηκε ο αποκλεισμός της από την προβλεπόμενη για την εισαγωγή σπουδαστών στη Σχολή Αστυφυλάκων κατά το έτος 2007-2008 διαγωνιστική διαδικασία, έγινε δεκτή με την ήδη εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις του π.δ. 90/2003 και της προκήρυξης, που καθιερώνουν ενιαίο ελάχιστο ύψος 1,70 μ., ως υποχρεωτικό προσόν για την εισαγωγή, ανδρών και γυναικών υποψηφίων, αδιακρίτως, στις αστυνομικές σχολές, είναι αντισυνταγματικές και, ως εκ τούτου, ανίσχυρες.

4. Επειδή, με την υπό κρίση έφεση το Δημόσιο προβάλλει ότι η ανωτέρω κρίση είναι εσφαλμένη, διότι η καθιέρωση των αυτών προσόντων, και ειδικότερα ενιαίου ελαχίστου αναστήματος 1,70 μ., για άνδρες και γυναίκες υποψηφίους σπουδαστές των αστυνομικών σχολών, δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, δεδομένου ότι αποτελεί προϋπόθεση αναγκαία και πρόσφορη για την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής της Ελληνικής Αστυνομίας, εφόσον οι εν λόγω σπουδαστές θα κληθούν στη συνέχεια, ανεξαρτήτως φύλου, να ανταποκριθούν στα ίδια επαγγελματικά καθήκοντα, η άσκηση των οποίων απαιτεί ιδιαίτερα φυσικά και σωματικά προσόντα, μεταξύ των οποίων, κατά την κοινή πείρα, περιλαμβάνεται και το ικανό ανάστημα.

5. Επειδή, με το κατατεθέν στις 20-11-2011, εντός της δοθείσης από την Πρόεδρο προθεσμίας, υπόμνημα η εφεσίβλητη προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι, κατά τα ορθώς κριθέντα με την εκκαλουμένη απόφαση, η καθιέρωση, με τη διάταξη του άρθρου 1 του π.δ. 90/2003, ενιαίου ελαχίστου αναστήματος 1,70μ. για άνδρες και γυναίκες υποψηφίους των αστυνομικών σχολών, συνιστά έμμεση διάκριση λόγω φύλου, η οποία παραβιάζει τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας, καθώς και τις διατάξεις της Οδηγίας 76/207/ΕΟΚ «περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας» (Ε.Ε. αριθ. Ν 39/40 της 14-2-1976), δεδομένου ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, το μέσο ανάστημα ανδρών και γυναικών διαφέρει άνω των 12 εκατοστών, σύμφωνα δε με πρόσφατες επιστημονικές μελέτες το μέσο ύψος των Ελλήνων ανδρών ηλικίας 18 ετών είναι 1,77 μ., ενώ των γυναικών αντίστοιχης ηλικίας 1,63 μ., με αποτέλεσμα, λόγω της θέσπισης του ως άνω ενιαίου ελαχίστου ύψους (1,70 μ.) να στερείται δυνατότητας πρόσβασης στις αστυνομικές σχολές πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του γυναικείου πληθυσμού από το αποκλειόμενο, λόγω του εν λόγω ορίου, ποσοστό ανδρικού πληθυσμού της αντίστοιχης ηλικίας. Με το αυτό υπόμνημα προβάλλεται ότι συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης σχετικά με το αν η εν λόγω διάταξη του άρθρου 1 του π.δ. 90/2003 είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 2 της προαναφερθείσης Οδηγίας 76/207/ΕΟΚ.

6. Επειδή, στο άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι : « 1. Οι Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2. Οι Ελληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις. 3. …» Εξ άλλου, στην παρ. 2 του άρθρου 116 του Συντάγματος, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αναθεώρησή της με το Ψήφισμα της 6-4-2011 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζονται τα εξής : «Δεν αποτελεί διάκριση λόγω φύλου η λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το Κράτος μεριμνά για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών». Η παράγραφος αυτή, πριν από την αναθεώρησή της, όριζε ότι «αποκλίσεις από τους ορισμούς της παραγράφου 2 του άρθρου 4 επιτρέπονται μόνο για σοβαρούς λόγους, στις περιπτώσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος». Στην παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή της με το παραπάνω Ψήφισμα, ορίζονται τα εξής : « 1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Ολα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Εξ άλλου, η Οδηγία 76/207/ΕΟΚ «περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας» (Ε.Ε. αριθ. Ν 39/40 της 14-2-1976) ορίζει, μεταξύ άλλων, στην παρ. 1 του άρθρου 2 ότι « … η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα …» και στην παρ. 1 του άρθρου 3 ότι « η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, όσον αφορά τους όρους, συμπεριλαμβανομένων και των κριτηρίων επιλογής, προσβάσεως σε απασχολήσεις, σε θέσεις εργασίας, ανεξάρτητα από τομέα ή κλάδο δραστηριότητος, και για όλες τις βαθμίδες της επαγγελματικής ιεραρχίας». Τέλος, στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 2 της ίδιας οδηγίας ορίζεται ότι « η παρούσα Οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια που έχουν τα Κράτη μέλη να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της τις επαγγελματικές δραστηριότητες και, ενδεχομένως, την εκπαίδευση που απαιτείται για την πρόσβαση σ’ αυτές, εφ’ όσον λόγω της φύσεως ή των συνθηκών ασκήσεώς τους, το φύλο συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας» (παρ. 2) και ότι « η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις διατάξεις που αφορούν την προστασία της γυναίκας, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και την μητρότητα» (παρ. 3).

7. Επειδή, η ανωτέρω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 4 του Συντάγματος θεσπίζει, μεταξύ άλλων, και την αρχή της ισότητας των δύο φύλων κατά την πρόσβαση στα διάφορα επαγγέλματα, καθώς και στην εκπαίδευση, που είναι αναγκαία για την άσκηση των επαγγελμάτων αυτών. Για την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής αυτής, η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 116 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή της με το Ψήφισμα της 6-4-2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος, όπως αυτή ισχύει μετά την αναθεώρησή της με το παραπάνω Ψήφισμα, που προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση των ατομικών και των κοινωνικών δικαιωμάτων, υποχρεώνει τον νομοθέτη, κοινό ή κανονιστικό, αλλά και τα λοιπά όργανα του Κράτους, όταν διαπιστώνουν ότι εις βάρος ενός φύλου έχουν αναμφισβήτητα δημιουργηθεί στην πράξη τέτοιες διακρίσεις, ώστε η απαρέγκλιτη εφαρμογή της αρχής της ισότητας κατά την πρόσβαση στα διάφορα επαγγέλματα και στην εκπαίδευση, που είναι αναγκαία για την άσκηση των επαγγελμάτων αυτών, να καταλήγει σε μία κατ’ επίφαση μόνο ισότητα, ενώ ουσιαστικά παγιώνει και διαιωνίζει μια υφιστάμενη άνιση κατάσταση υπέρ του ενός μόνο φύλου, να θεσπίζουν υπέρ του υποαντιπροσωπευόμενου φύλου και ιδίως των γυναικών θετικά μέτρα, που είναι πρόσφορα και αναγκαία για ορισμένο χρονικό διάστημα, ώστε να μειώνονται οι ανισότητες, μέχρις ότου εγκαθιδρυθεί μια πραγματική ισότητα μεταξύ των φύλων στη συγκεκριμένη επαγγελματικά δραστηριότητα, καθώς και στην εκπαίδευση, που είναι αναγκαία για την πρόσβαση σε αυτή. Εξάλλου, από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 116 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή της, συνάγεται ότι ο συντακτικός νομοθέτης, με σκοπό την αποκατάσταση μιας πραγματικής ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, θέλησε να θεσπίσει ρητώς τη δυνατότητα λήψεως θετικών μέτρων υπέρ των γυναικών και, γενικότερα, να καταστήσει ακόμη ευνοϊκότερο, σε σχέση με το διασφαλιζόμενο από το αναθεωρηθέν Σύνταγμα, το νομικό καθεστώς προστασίας τους και πρόσβασής τους στα διάφορα επαγγέλματα και, συνεπώς, αυστηρότερες τις προϋποθέσεις αποκλίσεων από την αρχή της ισότητας των φύλων. Περαιτέρω, όμως, ο συντακτικός νομοθέτης, όπως συνάγεται από την ως άνω διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του Συντάγματος, δεν απαγόρευσε απολύτως, σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τη συνδρομή συγκεκριμένων και σοβαρών (αποχρώντων) λόγων, που ανάγονται στη φύση ή τις συνθήκες ασκήσεως της συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας, οποιαδήποτε απόκλιση από την ως άνω αρχή της ισότητας των φύλων. Μια απόλυτη απαγόρευση θα έπρεπε να ορίζεται ρητά ή τουλάχιστον να συνάγεται σαφώς από τις οικείες συνταγματικές διατάξεις, δεδομένου, άλλωστε, ότι οι δικαιολογημένες αποκλίσεις δεν απαγορεύονται κατ’ αρχήν ούτε από τις προεκτεθείσες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Ενόψει των ανωτέρω, αποκλίσεις από την αρχή αυτή, εκτός από την περίπτωση των θετικών μέτρων, είναι, κατ’ εξαίρεση, συνταγματικά θεμιτές μόνον εφόσον προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου και προκύπτει από τον νόμο αυτό ή τις προπαρασκευαστικές εργασίες του, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι οι αποκλίσεις αυτές θεσπίστηκαν με βάση συγκεκριμένα και πρόσφορα κριτήρια, τα οποία επιτρέπουν στα δικαστήρια να ελέγχουν, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν οι εισαγόμενες αποκλίσεις δικαιολογούνται πλήρως από τη φύση ή τις συνθήκες ασκήσεως της εργασίας και είναι απολύτως αναγκαίες και πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (ΣΕ 1986/2005).

8. Επειδή, στο άρθρο 1 του ν. 2226/1994 «εισαγωγική εκπαίδευση και μετεκπαίδευση στις Σχολές της Αστυνομικής Ακαδημίας και στο Τμήμα Ανθυποπυραγών της Πυροσβεστικής Ακαδημίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 122), όπως το δεύτερο εδάφιο της περ. α΄ της παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2713/1999 (Α΄ 89), ορίζονται τα εξής : « 1. Η εισαγωγή σπουδαστών στη Σχολή Αστυφυλάκων και στη Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας γίνεται με το σύστημα των γενικών εξετάσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 1351/1983 (ΦΕΚ 56 Α΄) …, όπως έχουν τροποποιηθεί και συμπληρωθεί μεταγενέστερα και ισχύουν κάθε φορά και με τις ειδικότερες ρυθμίσεις που αναφέρονται στις ακόλουθες παραγράφους του παρόντος άρθρου. 2.α. Ο αριθμός των εισαγομένων σε υφιστάμενες κατά το χρόνο αποφοίτησής τους κενές θέσεις σε καθεμιά από τις παραπάνω Σχολές καθορίζεται κατ’ έτος με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Τάξης, Εθνικής Αμυνας και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, με βάση τις ανάγκες κάθε φορά της Ελληνικής Αστυνομίας. Το ποσοστό των εισαγόμενων στις Αστυνομικές Σχολές γυναικών καθορίζεται σε 15% επί του συνολικού αριθμού εισακτέων. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί στον αριθμό του αστυνομικού προσωπικού που ασκεί δραστηριότητες διοικητικής υποστήριξης, διαβατηριακού ελέγχου, τροχαίας, εφαρμογής τουριστικών και αγορανομικών διατάξεων και ορισμένες ανακριτικές δραστηριότητες, για την άσκηση των οποίων ο παράγων φύλο δεν ασκεί επιρροή, ενώ το λοιπό αστυνομικό προσωπικό, λόγω της φύσης της αποστολής της Ελληνικής Αστυνομίας, εκτελεί, κάτω από δυσμενείς τοπικές και χρονικές συνθήκες, δραστηριότητες που αφορούν στην αντιμετώπιση πράξεων βίας, στην τήρηση ή αποκατάσταση της τάξης σε μαζικές εκδηλώσεις και συναθροίσεις, στην τήρηση ή αποκατάσταση της τάξης σε μαζικές εκδηλώσεις και συναθροίσεις, στη δίωξη και σύλληψη επικίνδυνων κακοποιών, στην εξουδετέρωση εκρηκτικών μηχανισμών, στη φύλαξη και μεταγωγή ανδρών κρατουμένων, στην προστασία υψηλών προσώπων, στη δίωξη ζωοκλοπής, στην επαναπροώθηση λαθρομεταναστών και σε ορισμένες τεχνικές εφαρμογές, οι οποίες για την άσκησή τους απαιτούν αυξημένο επίπεδο μυϊκής δύναμης, ταχύτητας και αντοχής, κριτήρια τα οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, διαθέτουν, λόγω βιολογικών ιδιαιτεροτήτων, οι άνδρες. … Από τον αριθμό των εισακτέων που καθορίζεται για τη Σχολή Αξιωματικών, ποσοστό 50% προέρχεται υποχρεωτικά, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, από Ανθυπαστυνόμους, Αρχιφύλακες και Αστυφύλακες, που εισάγονται στο Γ΄ εξάμηνο. Το ανωτέρω ποσοστό μειώνεται κατά 5% κατ’ έτος και μέχρι να φθάσει τελικά στο 20%. β. … ε. … 3. … 4. Οι υποψήφιοι για τις Σχολές Αστυφυλάκων και Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας πρέπει να έχουν τα προβλεπόμενα προσόντα, που καθορίζονται από τις διατάξεις του νόμου και τους οικείους κανονισμούς. 5. Οι υποψήφιοι ιδιώτες υποβάλλονται επιπλέον σε «προκαταρκτικές εξετάσεις» (αθλητικές, υγειονομικές και ψυχοτεχνικές δοκιμασίες) … Στις εξετάσεις αυτές ο υποψήφιος πρέπει να κριθεί ικανός κατά το έτος υποβολής της υποψηφιότητας για να έχει δικαίωμα συμμετοχής στην επιλογή. … 6. … 7. …» Με την υπ’ αριθμ. 1917/1998 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 περ. α΄ του ν. 2226/1994, «κατά το μέρος που θεσπίζουν ποσοτικούς περιορισμούς, υπό τη μορφή των ποσοστώσεων, στην είσοδο των γυναικών στις Σχολές Αστυφυλάκων και Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, χωρίς να λάβουν υπόψη και να εκτιμήσουν συγκεκριμένα και πρόσφορα κριτήρια, συναρτώμενα με την ύπαρξη αποχρώντων λόγων, που θα δικαιολογούσαν τις διακρίσεις αυτές σε βάρος των γυναικών, παραβιάζουν την αρχή της ισότητας των δύο φύλων κατά την πρόσβαση στα διάφορα επαγγέλματα και στην εκπαίδευση που είναι απαραίτητη για την άσκησή τους και είναι για το λόγο αυτό ανίσχυρες». Ακολούθως, με το άρθρο 20 του ν. 3103/2003 (Α΄ 23) ορίσθηκε ότι : « Το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του Ν. 2226/1994 …, όπως τροποποιήθηκαν με την παράγραφο 1 του άρθρου 12 του Ν. 2713/1999 …, αντικαθίστανται ως εξής : «Στις εν λόγω Σχολές εισάγονται άνδρες και γυναίκες. Τα προσόντα των υποψηφίων και οι προκαταρκτικές εξετάσεις, στις οποίες υποβάλλονται, είναι κοινές και για τα δύο φύλα». Με την ως άνω διάταξη, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3103/2003, «επιχειρείται η κατάργηση των ποσοστώσεων κατά την εισαγωγή γυναικών στις Σχολές Αστυφυλάκων και Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας και η θεσμοθέτηση ενιαίων κριτηρίων (σωματικών προσόντων και αθλητικών, υγειονομικών και ψυχοτεχνικών δοκιμασιών) εισαγωγής των υποψήφιων (ανδρών και γυναικών) στις εν λόγω Σχολές».

9. Επειδή, κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 11 παρ. 1 εδ. στ΄ και η΄ και 53 του ν. 1481/1984 (Α΄ 152), όπως το άρθρο 11 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1590/1986 ( Α΄ 149), και του άρθρου 1 παρ. 4 και 5 του ν. 2226/1994, εκδόθηκε το π.δ. 4/1995 «προσόντα ιδιωτών υποψηφίων αξιωματικών και αστυφυλάκων» (Α΄1), το οποίο ορίζει στο άρθρο 2 τα εξής : « 1. Οι ιδιώτες υποψήφιοι για τις Σχολές Αξιωματικών και Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας πρέπει να έχουν τα ακόλουθα προσόντα : α. Να μην υπερβαίνουν το 26ο έτος της ηλικίας τους κατά την 31η Δεκεμβρίου του έτους διενέργειας των εξετάσεων. β. Να είναι κάτοχοι τίτλου σπουδών που τους επιτρέπει τη συμμετοχή σε εξετάσεις για την εισαγωγή στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.) της χώρας. γ. Να έχουν υγεία και άρτια σωματική διάπλαση, διαπιστούμενη από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή κατάταξης σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις για τη σωματική ικανότητα υποψήφιων των Σχολών Στρατού Ξηράς. δ. Να έχουν σωματικά, ψυχικά και διανοητικά προσόντα, ανταποκρινόμενα στις απαιτήσεις του αστυνομικού έργου. ε. … στ. Να έχουν ανάστημα τουλάχιστον 1,70 μ. οι άνδρες και 1,65 μ. οι γυναίκες, χωρίς υποδήματα και στηθική περίμετρο οι άνδρες τουλάχιστον 0,83 μ.». Με την παρ. 1 του άρθρου 1 του π.δ. 90/2003 (Α΄ 82) η περίπτωση στ΄ αντικαταστάθηκε ως εξής : «Να έχουν ανάστημα (άνδρες και γυναίκες) τουλάχιστον 1,70 μ. χωρίς υποδήματα». Στο άρθρο 4 του αυτού π.δ. 4/1995 ορίζεται ότι « 1. Οι ιδιώτες υποψήφιοι υποβάλλουν αυτοπροσώπως στα Αστυνομικά Τμήματα του τόπου κατοικίας ή διαμονής τους τα δικαιολογητικά του άρθρου 3 παρ. 1 του παρόντος, μέσα στις προθεσμίες που ορίζει η προκήρυξη. 2. Το Αστυνομικό Τμήμα που δέχεται τα δικαιολογητικά : α. … β. Μετράει το ανάστημα κάθε υποψηφίου και συντάσσει σχετική βεβαίωση που επισυνάπτει στα δικαιολογητικά. γ. Επιστρέφει, χωρίς άλλη διατύπωση, τα δικαιολογητικά στους υποψήφιους, που δεν έχουν το απαιτούμενο ανάστημα ή το όριο ηλικίας, πλην αυτών που συνέταξε η Υπηρεσία. Σε περίπτωση αμφισβητήσεως του υποψηφίου, το Αστυνομικό Τμήμα διαβιβάζει στις Υπηρεσίες του εδαφίου δ΄ του παρόντος άρθρου τα δικαιολογητικά, μαζί με τη βεβαίωση που συνέταξε για το ανάστημα του υποψηφίου. Οι Υπηρεσίες αποφαίνονται με πράξη τους οριστικώς επί της αμφισβητήσεως. δ. Υποβάλλει τα ανωτέρω δικαιολογητικά στην προϊσταμένη Αστυνομική Διεύθυνση ή Διεύθυνση Αστυνομίας».

10. Επειδή, κατά τη γνώμη του Συμβούλου Δ. Μακρή και της Παρέδρου Μ. Σταματοπούλου, κατά τα ήδη κριθέντα με την ΣΕ 1247/2008 7μ., η ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 1 του π.δ. 90/2003, κατά την οποία τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες υποψήφιοι για εισαγωγή στις Αστυνομικές Σχολές πρέπει να έχουν το αυτό ελάχιστο ύψος, η οποία εισήχθη εν όψει της ως άνω διατάξεως του άρθρου 20 του ν. 3103/2003, συνιστά μεν έμμεση διάκριση λόγω φύλου, διότι, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, οι άνδρες είναι κατά μέσο όρο υψηλότεροι των γυναικών, η διάκριση όμως αυτή δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος ασχέτους με το φύλο των υποψηφίων και συναπτομένους προς τις απαιτήσεις του αστυνομικού επαγγέλματος, διότι αποτελεί προϋπόθεση αναγκαία και πρόσφορη για την αποτελεσματική εκτέλεση του έργου της Ελληνικής Αστυνομίας, δεδομένου ότι το αστυνομικό προσωπικό κατά την εκπλήρωση της αποστολής του ασκεί δραστηριότητες που απαιτούν ιδιαίτερα φυσικά και σωματικά προσόντα, μεταξύ των οποίων και ορισμένο ελάχιστο ανάστημα. Ειδικότερα, η γενική αποστολή της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 2800/2000 (Α΄ 41), μεταξύ άλλων, στην εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης και ευταξίας, την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος, την περιφρούρηση της έννομης τάξης στους δημόσιους χώρους και στις δημόσιες συγκεντρώσεις και συναθροίσεις και την αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών, οι σχετικές αρμοδιότητες και τα αντίστοιχα καθήκοντα του αστυνομικού προσωπικού, όπως και ο χαρακτήρας της Ελληνικής Αστυνομίας ως στρατιωτικά οργανωμένου ένοπλου σώματος, καθώς και οι συνθήκες άσκησης των δραστηριοτήτων της, αποτελούν κριτήρια συγκεκριμένα και πρόσφορα που δικαιολογούν, κατά κοινή πείρα, την ως άνω έμμεση διάκριση εις βάρος των γυναικών κατά την είσοδό τους στις Αστυνομικές Σχολές. Και τούτο διότι και οι γυναίκες υποψήφιες πρέπει να έχουν τα αυτά σωματικά προσόντα με τους άνδρες, ώστε να μπορούν να ασκούν όπως και αυτοί, με την ίδια επιτυχία τα κύρια καθήκοντα των αστυνομικών υπαλλήλων. Κατά τη γνώμη της Προεδρεύσασας Αντιπροέδρου Α. Συγγούνα, ναι μεν η θέσπιση ενιαίου ελαχίστου αναστήματος για άνδρες και γυναίκες, ως απαιτουμένου σωματικού προσόντος για την εισαγωγή ιδιωτών στις Αστυνομικές Σχολές, δεν παραβιάζει κατ’ αρχήν τη συνταγματική διάταξη του άρθρου 4 περί ισότητας, ούτε τις διατάξεις της προαναφερθείσης Οδηγίας 76/207/ΕΟΚ, διότι δικαιολογείται, κατά τα ανωτέρω, από την αποστολή και τα καθήκοντα της Ελληνικής Αστυνομίας, προς τα οποία θα πρέπει να ανταποκριθεί το προσωπικό της ανεξαρτήτως φύλου, τούτο, όμως, υπό την προϋπόθεση ότι το τιθέμενο ελάχιστο όριο δεν είναι τόσο υψηλό, ώστε να οδηγεί πρακτικά σε αποκλεισμό εξαιρετικά μεγάλου ποσοστού υποψηφίων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία η θέσπιση ενιαίου ελαχίστου αναστήματος 1,70 μ. για άνδρες και γυναίκες υποψηφίους των Αστυνομικών Σχολών οδηγεί, κατ’ αποτέλεσμα, στον αποκλεισμό υπερβολικά μεγάλου ποσοστού γυναικών υποψηφίων (άνω του 80%, κατά την εφεσίβλητη και τα υπ’ αυτής προσκομισθέντα στοιχεία μελετών). Κατά τη γνώμη, τέλος, του Συμβούλου Μ. Πικραμένου και της Παρέδρου Α.Μ. Παπαδημητρίου, η κατά τα ανωτέρω θέσπιση ενιαίου ελαχίστου αναστήματος 1,70 μ. ως αναγκαίου σωματικού προσόντος για την εισαγωγή ανδρών και γυναικών στις Αστυνομικές Σχολές παρά την, κατά κοινή πείρα, σημαντική διαφορά (12-14 εκατοστά) ύψους, κατά μέσο όρο, ανδρών και γυναικών, συνιστά έμμεση διάκριση εις βάρος των γυναικών υποψηφίων, η οποία παραβιάζει τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας, καθώς και τις διατάξεις της προαναφερθείσης Οδηγίας 76/207/ΕΟΚ, διότι δεν δικαιολογείται άνευ άλλου από την αποστολή, τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του αστυνομικού προσωπικού, τα οποία είναι ποικίλα και δεν απαιτούν όλα, στον ίδιο βαθμό, ιδιαίτερα σωματικά προσόντα, ενώ η ικανότητα των υποψηφίων (ανδρών και γυναικών) να ανταποκριθούν στα ως άνω καθήκοντα, η οποία δεν συναρτάται αποκλειστικά με συγκεκριμένο ελάχιστο ανάστημα, ενιαίο και για τα δύο φύλα, μπορεί να διαπιστωθεί με άλλους τρόπους, όπως με την υποβολή αυτών σε εξετάσεις ψυχοσωματικής υγείας και σε αθλητικές δοκιμασίες.

11. Επειδή, κατά τα ήδη εκτεθέντα στην πέμπτη σκέψη, η εφεσίβλητη προβάλλει με το υπόμνημά της ότι συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης σχετικά με το αν η διάταξη του άρθρου 1 του π.δ. 90/2003 είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 2 της προαναφερθείσης Οδηγίας 76/207/ΕΟΚ. Οπως έχει γίνει δεκτό, η άρνηση εθνικού δικαστηρίου να αποστείλει προδικαστικό ερώτημα συνιστά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. όταν είναι αυθαίρετη, δηλαδή όταν η παραπομπή είναι υποχρεωτική ή η άρνηση ερείδεται σε διαφορετικούς λόγους από αυτούς που ορίζονται στους ενωσιακούς κανόνες δικαίου ή δεν αιτιολογείται προσηκόντως. Το ΕΔΔΑΔ ελέγχει την αιτιολογία των αποφάσεων των εθνικών δικαστηρίων από την άποψη αυτή, όχι όμως και την ορθότητα της ερμηνείας και εφαρμογής των οικείων κανόνων δικαίου (απόφαση ΕΔΔΑΔ της 20.9.2011 Ullens De Schooten et Rezabek κατά Βελγίου). Περαιτέρω, η αποστολή προδικαστικού ερωτήματος δεν είναι υποχρεωτική όταν δεν είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς ή το ζήτημα έχει επιλυθεί από τη νομολογία του ΔΕΚ ή η ορθή ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου είναι προφανής (απόφαση ΔΕΚ της 6ης Οκτωβρίου 1982, C-283/81 Cilfit) (βλ. ΣΕ 3524/2012).

12. Επειδή, λόγω της σπουδαιότητας του τιθεμένου ζητήματος, καθώς και του ζητήματος υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, το Τμήμα, υπό την παρούσα του σύνθεση, κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην επταμελή σύνθεση (άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989, Α΄8), να ορισθεί δε δικάσιμος η 30-1-2014.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απέχει να αποφανθεί οριστικά.

Παραπέμπει την υπόθεση στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος και ορίζει δικάσιμο την 30-1-
2014.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2012

Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος Ο Γραμματέας Αικ. Συγγούνα Ν. Βασιλόπουλος

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 9ης Ιανουαρίου 2014.

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Ο Γραμματέας Μ. Βηλαράς Ν. Βασιλόπουλος
spirosgiapros
Παλιό μέλος
 
Δημοσιεύσεις: 1000
Εγγραφή: 13 Ιουν 2009 13:13

Re: Υψομετρικά τεστ

Δημοσίευσηαπό spirosgiapros » 13 Νοέμ 2017 12:24

Για την παραπάνω υπόθεση εκδόθηκε η 1420/2016 απόφαση ΣΤΕ (η οποία είναι όμοια με τις αριθ. 1421, 1422 και 1423/2016 ΣτΕ) με την οποία αποφασίζεται προσωρινά η αποστολή προ-δικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης μέχρι να έρθει επίσημη απάντηση από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης




Αριθμός 1420/2016

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Γ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2014 με την εξής σύνθεση: Αικ. Συγγούνα, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος, Δ. Σκαλτσούνης, Δ. Μακρής, Α. - Μ. Παπαδημητρίου, Θ. Τζοβαρίδου, Σύμβουλοι, Δ. Βανδώρος, Γ. Ζιάμος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Τετράδη, Γραμματέας του Γ΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 2 Ιανουαρίου 2009 έφεση:

των: 1) Υπουργού Εσωτερικών και 2) Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και ήδη Παιδείας και Θρησκευμάτων, οι οποίοι παρέστησαν με τον Δημήτριο Κατωπόδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά της ........................., κατοίκου ................. Νομού .................., η οποία δεν παρέστη,

και κατά της υπ’ αριθμ. 734/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Α. – Μ.Παπαδημητρίου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο των Υπουργών, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους εφέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση εφέσεως δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου.

2. Επειδή, με την υπό κρίση έφεση ζητείται η εξαφάνιση της υπ’ αρ. 734/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή αίτηση ακυρώσεως της ήδη εφεσίβλητης και ακυρώθηκαν α) η άρνηση της Διοίκησης να της επιτρέψει τη συμμετοχή στον προκηρυχθέντα με την 6000/2/1930-νδ/10-5-2007 απόφαση του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. διαγωνισμό για την κατάταξη σπουδαστών στις αστυνομικές σχολές, επειδή δεν είχε το απαιτούμενο, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του π.δ. 90/2003 (Α΄ 82) και κατά τον αντίστοιχο όρο της προκήρυξης, ελάχιστο ανάστημα (1 μ. και 70 εκ.), άρνηση η οποία εκδηλώθηκε με την υπ’ αρ. 6000/2/677-α΄/12-6-2007 πράξη του Αστυνομικού Τμήματος ...................... περί επιστροφής στην εφεσίβλητη των υπ’ αυτής υποβληθέντων δικαιολογητικών συμμετοχής στον εν λόγω διαγωνισμό, β) η υπ’ αρ. 253.4/94769/Β6/31-8-2007 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων περί κυρώσεως των πινάκων εισαγομένων και επιλαχόντων (Σύστημα Ενιαίου Απολυτηρίου) σε ποσοστό 90% με εξετάσεις στη Σχολή Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας για το ακαδημαϊκό έτος 2007-2008, κατά το μέρος αυτής, κατά το οποίο δεν περιελήφθη σε αυτούς η αιτούσα-εφεσίβλητη, και γ) η υπ’ αρ. 6000/2/1930-ρο/25-9-2007 απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, βάσει της οποίας καλούνται προς φοίτηση στην ως άνω Σχολή επιτυχόντες και επιλαχόντες υποψήφιοι Γενικής Σειράς και Ειδικών Κατηγοριών του ν. 1481/1984, επίσης καθ’ ο μέρος παρελείφθη δι’ αυτής η εν λόγω υποψήφια.

3. Επειδή, η υπόθεση συζητείται ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως του Τμήματος κατόπιν παραπομπής με την υπ’ αριθμ. 18/2014 απόφαση της πενταμελούς συνθέσεως.

4. Επειδή, στο άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις. 3. …». Εξ άλλου, στην παρ. 2 του άρθρου 116 του Συντάγματος, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αναθεώρησή της με το Ψήφισμα της 6-4-2011 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζονται τα εξής: «Δεν αποτελεί διάκριση λόγω φύλου η λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το Κράτος μεριμνά για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών». Η παράγραφος αυτή, πριν από την αναθεώρησή της, όριζε ότι «αποκλίσεις από τους ορισμούς της παραγράφου 2 του άρθρου 4 επιτρέπονται μόνο για σοβαρούς λόγους, στις περιπτώσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος». Στην παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή της με το παραπάνω Ψήφισμα, ορίζονται τα εξής: « 1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας».

5. Επειδή, η ανωτέρω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 4 του Συντάγματος θεσπίζει, μεταξύ άλλων, και την αρχή της ισότητας των δύο φύλων κατά την πρόσβαση στα διάφορα επαγγέλματα, καθώς και στην εκπαίδευση, που είναι αναγκαία για την άσκηση των επαγγελμάτων αυτών. Για την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής αυτής, η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 116 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή της με το Ψήφισμα της 6-4-2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος, όπως αυτή ισχύει μετά την αναθεώρησή της με το παραπάνω Ψήφισμα, που προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση των ατομικών και των κοινωνικών δικαιωμάτων, υποχρεώνει τον νομοθέτη, κοινό ή κανονιστικό, αλλά και τα λοιπά όργανα του Κράτους, όταν διαπιστώνουν ότι εις βάρος ενός φύλου έχουν αναμφισβήτητα δημιουργηθεί στην πράξη τέτοιες διακρίσεις, ώστε η απαρέγκλιτη εφαρμογή της αρχής της ισότητας κατά την πρόσβαση στα διάφορα επαγγέλματα και στην εκπαίδευση, που είναι αναγκαία για την άσκηση των επαγγελμάτων αυτών, να καταλήγει σε μία κατ’ επίφαση μόνο ισότητα, ενώ ουσιαστικά παγιώνει και διαιωνίζει μια υφιστάμενη άνιση κατάσταση υπέρ του ενός μόνο φύλου, να θεσπίζουν υπέρ του υποαντιπροσωπευόμενου φύλου και ιδίως των γυναικών θετικά μέτρα, που είναι πρόσφορα και αναγκαία για ορισμένο χρονικό διάστημα, ώστε να μειώνονται οι ανισότητες, μέχρις ότου εγκαθιδρυθεί μια πραγματική ισότητα μεταξύ των φύλων στη συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και στην εκπαίδευση, που είναι αναγκαία για την πρόσβαση σε αυτή. Εξάλλου, από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 116 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή της, συνάγεται ότι ο συντακτικός νομοθέτης, με σκοπό την αποκατάσταση μιας πραγματικής ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, θέλησε να θεσπίσει ρητώς τη δυνατότητα λήψεως θετικών μέτρων υπέρ των γυναικών και, γενικότερα, να καταστήσει ακόμη ευνοϊκότερο, σε σχέση με το διασφαλιζόμενο από το αναθεωρηθέν Σύνταγμα, το νομικό καθεστώς προστασίας τους και πρόσβασής τους στα διάφορα επαγγέλματα και, συνεπώς, αυστηρότερες τις προϋποθέσεις αποκλίσεων από την αρχή της ισότητας των φύλων. Περαιτέρω, όμως, ο συντακτικός νομοθέτης, όπως συνάγεται από την ως άνω διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του Συντάγματος, δεν απαγόρευσε απολύτως, σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τη συνδρομή συγκεκριμένων και σοβαρών (αποχρώντων) λόγων, που ανάγονται στη φύση ή τις συνθήκες ασκήσεως της συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας, οποιαδήποτε απόκλιση από την ως άνω αρχή της ισότητας των φύλων. Μια απόλυτη απαγόρευση θα έπρεπε να ορίζεται ρητά ή τουλάχιστον να συνάγεται σαφώς από τις οικείες συνταγματικές διατάξεις. Ενόψει των ανωτέρω, αποκλίσεις από την αρχή αυτή, εκτός από την περίπτωση των θετικών μέτρων, είναι, κατ’ εξαίρεση, συνταγματικά θεμιτές μόνον εφόσον προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου και προκύπτει από τον νόμο αυτό ή τις προπαρασκευαστικές εργασίες του, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι οι αποκλίσεις αυτές θεσπίστηκαν με βάση συγκεκριμένα και πρόσφορα κριτήρια, τα οποία επιτρέπουν στα δικαστήρια να ελέγχουν, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν οι εισαγόμενες αποκλίσεις δικαιολογούνται πλήρως από τη φύση ή τις συνθήκες ασκήσεως της εργασίας και είναι απολύτως αναγκαίες και πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (ΣΕ 1986/2005 Ολομ., 3018/2014 Ολομ. κ.ά.)

6. Επειδή, στο άρθρο 1 του ν. 2226/1994 «εισαγωγική εκπαίδευση και μετεκπαίδευση στις Σχολές της Αστυνομικής Ακαδημίας και στο Τμήμα Ανθυποπυραγών της Πυροσβεστικής Ακαδημίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 122), όπως το δεύτερο εδάφιο της περ. α΄ της παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2713/1999 (Α΄ 89), ορίζονται τα εξής: «1. Η εισαγωγή σπουδαστών στη Σχολή Αστυφυλάκων και στη Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας γίνεται με το σύστημα των γενικών εξετάσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 1351/1983 (ΦΕΚ 56 Α΄) …, όπως έχουν τροποποιηθεί και συμπληρωθεί μεταγενέστερα και ισχύουν κάθε φορά και με τις ειδικότερες ρυθμίσεις που αναφέρονται στις ακόλουθες παραγράφους του παρόντος άρθρου. 2.α. Ο αριθμός των εισαγομένων σε υφιστάμενες κατά το χρόνο αποφοίτησής τους κενές θέσεις σε καθεμιά από τις παραπάνω Σχολές καθορίζεται κατ’ έτος με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Τάξης, Εθνικής Άμυνας και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, με βάση τις ανάγκες κάθε φορά της Ελληνικής Αστυνομίας. Το ποσοστό των εισαγόμενων στις Αστυνομικές Σχολές γυναικών καθορίζεται σε 15% επί του συνολικού αριθμού εισακτέων. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί στον αριθμό του αστυνομικού προσωπικού που ασκεί δραστηριότητες διοικητικής υποστήριξης, διαβατηριακού ελέγχου, τροχαίας, εφαρμογής τουριστικών και αγορανομικών διατάξεων και ορισμένες ανακριτικές δραστηριότητες, για την άσκηση των οποίων ο παράγων φύλο δεν ασκεί επιρροή, ενώ το λοιπό αστυνομικό προσωπικό, λόγω της φύσης της αποστολής της Ελληνικής Αστυνομίας, εκτελεί, κάτω από δυσμενείς τοπικές και χρονικές συνθήκες, δραστηριότητες που αφορούν στην αντιμετώπιση πράξεων βίας, στην τήρηση ή αποκατάσταση της τάξης σε μαζικές εκδηλώσεις και συναθροίσεις, στην τήρηση ή αποκατάσταση της τάξης σε μαζικές εκδηλώσεις και συναθροίσεις, στη δίωξη και σύλληψη επικίνδυνων κακοποιών, στην εξουδετέρωση εκρηκτικών μηχανισμών, στη φύλαξη και μεταγωγή ανδρών κρατουμένων, στην προστασία υψηλών προσώπων, στη δίωξη ζωοκλοπής, στην επαναπροώθηση λαθρομεταναστών και σε ορισμένες τεχνικές εφαρμογές, οι οποίες για την άσκησή τους απαιτούν αυξημένο επίπεδο μυϊκής δύναμης, ταχύτητας και αντοχής, κριτήρια τα οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, διαθέτουν, λόγω βιολογικών ιδιαιτεροτήτων, οι άνδρες. … Από τον αριθμό των εισακτέων που καθορίζεται για τη Σχολή Αξιωματικών, ποσοστό 50% προέρχεται υποχρεωτικά, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, από Ανθυπαστυνόμους, Αρχιφύλακες και Αστυφύλακες, που εισάγονται στο Γ΄ εξάμηνο. Το ανωτέρω ποσοστό μειώνεται κατά 5% κατ’ έτος και μέχρι να φθάσει τελικά στο 20%. β. … ε. … 3. … 4. Οι υποψήφιοι για τις Σχολές Αστυφυλάκων και Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας πρέπει να έχουν τα προβλεπόμενα προσόντα, που καθορίζονται από τις διατάξεις του νόμου και τους οικείους κανονισμούς. 5. Οι υποψήφιοι ιδιώτες υποβάλλονται επιπλέον σε “προκαταρκτικές εξετάσεις” (αθλητικές, υγειονομικές και ψυχοτεχνικές δοκιμασίες) … Στις εξετάσεις αυτές ο υποψήφιος πρέπει να κριθεί ικανός κατά το έτος υποβολής της υποψηφιότητας για να έχει δικαίωμα συμμετοχής στην επιλογή. … 6. … 7. …». Με την υπ’ αριθμ. 1917/1998 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 περ. α΄ του ν. 2226/1994, «κατά το μέρος που θεσπίζουν ποσοτικούς περιορισμούς, υπό τη μορφή των ποσοστώσεων, στην είσοδο των γυναικών στις Σχολές Αστυφυλάκων και Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, χωρίς να λάβουν υπόψη και να εκτιμήσουν συγκεκριμένα και πρόσφορα κριτήρια, συναρτώμενα με την ύπαρξη αποχρώντων λόγων, που θα δικαιολογούσαν τις διακρίσεις αυτές σε βάρος των γυναικών, παραβιάζουν την αρχή της ισότητας των δύο φύλων κατά την πρόσβαση στα διάφορα επαγγέλματα και στην εκπαίδευση που είναι απαραίτητη για την άσκησή τους και είναι για το λόγο αυτό ανίσχυρες». Ακολούθως, με το άρθρο 20 του ν. 3103/2003 (Α΄ 23) ορίσθηκε ότι: «Το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του Ν. 2226/1994 …, όπως τροποποιήθηκαν με την παράγραφο 1 του άρθρου 12 του Ν. 2713/1999 …, αντικαθίστανται ως εξής : «Στις εν λόγω Σχολές εισάγονται άνδρες και γυναίκες. Τα προσόντα των υποψηφίων και οι προκαταρκτικές εξετάσεις, στις οποίες υποβάλλονται, είναι κοινές και για τα δύο φύλα». Με την ως άνω διάταξη, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αιτιολογική έκθεση του του ν. 3103/2003, «επιχειρείται η κατάργηση των ποσοστώσεων κατά την εισαγωγή γυναικών στις Σχολές Αστυφυλάκων και Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας και η θεσμοθέτηση ενιαίων κριτηρίων (σωματικών προσόντων και αθλητικών, υγειονομικών και ψυχοτεχνικών δοκιμασιών) εισαγωγής των υποψήφιων (ανδρών και γυναικών) στις εν λόγω Σχολές».

7. Επειδή, κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 11 παρ. 1 εδ. στ΄ και η΄ και 53 του ν. 1481/1984 (Α΄ 152), όπως το άρθρο 11 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1590/1986 (Α΄ 149), και του άρθρου 1 παρ. 4 και 5 του ν. 2226/1994, εκδόθηκε το π.δ. 4/1995 «προσόντα ιδιωτών υποψηφίων αξιωματικών και αστυφυλάκων» (Α΄ 1), το οποίο ορίζει στο άρθρο 2 τα εξής: «1. Οι ιδιώτες υποψήφιοι για τις Σχολές Αξιωματικών και Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας πρέπει να έχουν τα ακόλουθα προσόντα: α. Να μην υπερβαίνουν το 26ο έτος της ηλικίας τους κατά την 31η Δεκεμβρίου του έτους διενέργειας των εξετάσεων. β. Να είναι κάτοχοι τίτλου σπουδών που τους επιτρέπει τη συμμετοχή σε εξετάσεις για την εισαγωγή στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.) της χώρας. γ. Να έχουν υγεία και άρτια σωματική διάπλαση, διαπιστούμενη από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή κατάταξης σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις για τη σωματική ικανότητα υποψήφιων των Σχολών Στρατού Ξηράς. δ. Να έχουν σωματικά, ψυχικά και διανοητικά προσόντα, ανταποκρινόμενα στις απαιτήσεις του αστυνομικού έργου. ε. … στ. Να έχουν ανάστημα τουλάχιστον 1,70 μ. οι άνδρες και 1,65 μ. οι γυναίκες, χωρίς υποδήματα και στηθική περίμετρο οι άνδρες τουλάχιστον 0,83 μ.». Με την παρ. 1 του άρθρου 1 του π.δ. 90/2003 (Α΄ 82) η περίπτωση στ΄ αντικαταστάθηκε ως εξής: «Να έχουν ανάστημα (άνδρες και γυναίκες) τουλάχιστον 1,70 μ. χωρίς υποδήματα». Στο άρθρο 4 του αυτού π.δ. 4/1995 ορίζεται ότι «1. Οι ιδιώτες υποψήφιοι υποβάλλουν αυτοπροσώπως στα Αστυνομικά Τμήματα του τόπου κατοικίας ή διαμονής τους τα δικαιολογητικά του άρθρου 3 παρ. 1 του παρόντος, μέσα στις προθεσμίες που ορίζει η προκήρυξη. 2. Το Αστυνομικό Τμήμα που δέχεται τα δικαιολογητικά : α. … β. Μετράει το ανάστημα κάθε υποψηφίου και συντάσσει σχετική βεβαίωση που επισυνάπτει στα δικαιολογητικά. γ. Επιστρέφει, χωρίς άλλη διατύπωση, τα δικαιολογητικά στους υποψήφιους, που δεν έχουν το απαιτούμενο ανάστημα ή το όριο ηλικίας, πλην αυτών που συνέταξε η Υπηρεσία. Σε περίπτωση αμφισβητήσεως του υποψηφίου, το Αστυνομικό Τμήμα διαβιβάζει στις Υπηρεσίες του εδαφίου δ΄ του παρόντος άρθρου τα δικαιολογητικά, μαζί με τη βεβαίωση που συνέταξε για το ανάστημα του υποψηφίου. Οι Υπηρεσίες αποφαίνονται με πράξη τους οριστικώς επί της αμφισβητήσεως. δ. Υποβάλλει τα ανωτέρω δικαιολογητικά στην προϊσταμένη Αστυνομική Διεύθυνση ή Διεύθυνση Αστυνομίας».

8. Επειδή, όπως προκύπτει από την εκκαλουμένη και τα στοιχεία του φακέλου, με την 6000/2/1930-
νδ/10-5-2007 απόφαση του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ προκηρύχθηκε διαγωνισμός, κατά τις διατάξεις του π.δ. 4/1995, όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του π.δ. 90/2003, για την κατάταξη σπουδαστών στις Αστυνομικές Σχολές κατά το ακαδημαϊκό έτος 2007-2008. Σύμφωνα με τον όρο ΙΙ 6 της ως άνω προκήρυξης, που επανελάμβανε αυτούσια τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 περ. στ΄ του π.δ. 4/1995, όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 1 παρ. 1 του π.δ. 90/2003, οι υποψήφιοι (άνδρες και γυναίκες) έπρεπε να έχουν ανάστημα τουλάχιστον 1,70 μ. χωρίς υποδήματα. Η ήδη εφεσίβλητη υπέβαλε αίτηση συμμετοχής στις προκαταρκτικές εξετάσεις της Σχολής Αστυφυλάκων, πλην τα δικαιολογητικά της τής επεστράφησαν με την υπ’ αρ. 6000/2/677-α΄/12-6-2007 πράξη του Αστυνομικού Τμήματος ................ επειδή δεν είχε το κατά τις ως άνω διατάξεις απαιτούμενο ελάχιστο ανάστημα του 1,70 μ. (αλλά 1,68 μ.). Αίτηση ακυρώσεως της εκκαλούσης κατά των αναφερομένων στην δεύτερη σκέψη πράξεων, κατά το μέρος αυτών με το οποίο εκδηλώθηκε ο αποκλεισμός της από την προβλεπόμενη για την εισαγωγή σπουδαστών στη Σχολή Αστυφυλάκων κατά το έτος 2007-2008 διαγωνιστική διαδικασία, έγινε δεκτή με την ήδη εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις του π.δ. 90/2003 και της προκήρυξης, που καθιερώνουν ενιαίο ελάχιστο ύψος 1,70 μ. ως υποχρεωτικό προσόν για την εισαγωγή, αδιακρίτως, ανδρών και γυναικών υποψηφίων στις αστυνομικές σχολές, αντίκεινται στη συνταγματική αρχή της ισότητας των φύλων και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες.

9. Επειδή, με την υπό κρίση έφεση το Δημόσιο προβάλλει ότι η ανωτέρω κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου είναι εσφαλμένη, διότι η καθιέρωση, με τη διάταξη του άρθρου 1 του π.δ. 90/2003, ενιαίου ελαχίστου αναστήματος 1,70 μ. για άνδρες και γυναίκες υποψηφίους σπουδαστές των αστυνομικών σχολών δεν αντιβαίνει στη συνταγματική αρχή της ισότητας, η οποία επιβάλλει την ίση πρόσβαση όλων, ανδρών και γυναικών, στις δημόσιες υπηρεσίες με βάση τα ίδια προσόντα και μέσω των αυτών δοκιμασιών, αποτελεί δε (το εν λόγω προσόν) προϋπόθεση αναγκαία και πρόσφορη για την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής της Ελληνικής Αστυνομίας, δεδομένου ότι όλοι οι σπουδαστές, ανεξαρτήτως φύλου, θα κληθούν στη συνέχεια να ανταποκριθούν στα ίδια επαγγελματικά καθήκοντα -αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, τήρηση ή αποκατάσταση της τάξης σε μαζικές εκδηλώσεις, προστασία υψηλών προσώπων, επαναπροώθηση λαθρομεταναστών κ.ά.-, η άσκηση των οποίων απαιτεί αυξημένο επίπεδο φυσικής και μυϊκής δύναμης, ταχύτητα, αντοχή και, επομένως, και ιδιαίτερα σωματικά προσόντα, μεταξύ δε αυτών, κατά την κοινή πείρα, περιλαμβάνεται και το ικανό ανάστημα. Η εφεσίβλητη προβάλλει, αντιθέτως, με το υπόμνημά της ότι, κατά τα ορθώς κριθέντα με την εκκαλουμένη απόφαση, η καθιέρωση ενιαίου ελαχίστου αναστήματος 1,70 μ. για άνδρες και γυναίκες υποψηφίους των αστυνομικών σχολών συνιστά έμμεση διάκριση λόγω φύλου, η οποία παραβιάζει αφενός τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας, αφετέρου τις διατάξεις του άρθρου 2 της Οδηγίας 76/207/ΕΟΚ. Τούτο διότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, το μέσο ανάστημα ανδρών και γυναικών διαφέρει άνω των 12 εκατοστών, σύμφωνα δε με πρόσφατες επιστημονικές μελέτες το μέσο ύψος των Ελλήνων ανδρών ηλικίας 18 ετών είναι 1,77 μ., ενώ των γυναικών αντίστοιχης ηλικίας 1,63 μ. και, επομένως, η θέσπιση ενιαίου ελαχίστου ύψους, και μάλιστα σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο (1,70 μ.), στερεί, κατ’ αποτέλεσμα, τη δυνατότητα πρόσβασης στις αστυνομικές σχολές από τις γυναίκες σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό από το αντίστοιχο αποκλειόμενο, για τον ίδιο λόγο, ποσοστό ανδρών, δεδομένου ότι μόλις το 19% του γυναικείου πληθυσμού ηλικίας 18-24 ετών πληροί την εν λόγω προϋπόθεση, σε αντίθεση με τον ανδρικό πληθυσμό αντίστοιχης ηλικίας, που έχει το εν λόγω ελάχιστο απαιτούμενο ύψος σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό. Η εφεσίβλητη υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι το Δημόσιο οφείλει να αποδείξει ότι η θέσπιση του ως άνω ενιαίου ελαχίστου αναστήματος ως απαραίτητου προσόντος για την εισαγωγή στις αστυνομικές σχολές δικαιολογείται από την αποστολή της Ελληνικής Αστυνομίας και τις ειδικές συνθήκες άσκησης των καθηκόντων του προσωπικού αυτής, καθώς και ότι σε περίπτωση αμφιβολίας του Δικαστηρίου επί του εν λόγω ζητήματος συντρέχει περίπτωση υποβολής σχετικού προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

10. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 παρ. 2 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ C321E της 29.12.2006, σ. 37 επ.) [νυν άρθρα 2 και 3 παρ. 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ)], αλλά και τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης, η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών αποτελεί θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης. Οι ανωτέρω διατάξεις ανακηρύσσουν την ισότητα ανδρών και γυναικών ως «καθήκον» και «στόχο» της Ένωσης και επιβάλλουν θετική υποχρέωση προαγωγής της στο πλαίσιο όλων των δραστηριοτήτων αυτής. Με την Οδηγία 76/207/ΕΟΚ «περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας» (ΕΕ L 39 της 14-2-1976, σελ. 40), όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2002/73/ΕΚ (ΕΕ L 269 της 5-10-2002, σελ. 15), ορίσθηκε στο μεν άρθρο 2 ότι «1. Κατά την έννοια των κατωτέρω διατάξεων, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα … 2. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: - “άμεση διάκριση”: όταν ένα πρόσωπο υφίσταται, για λόγους φύλου, μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο ένα άλλο πρόσωπο σε ανάλογη κατάσταση, - “έμμεση διάκριση”: όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική θέτει σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση τους εκπροσώπους του ενός φύλου σε σύγκριση με τους εκπροσώπους του άλλου φύλου, εκτός αν αυτή η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικώς από νόμιμο στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του εν λόγω στόχου είναι πρόσφορα και αναγκαία, … 3. … 6. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν, όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, καθώς και την κατάρτιση με σκοπό την απασχόληση, ότι η διαφορετική μεταχείριση που βασίζεται σε ένα χαρακτηριστικό στοιχείο σχετικό με το φύλο δεν συνιστά διάκριση όταν, ως εκ της φύσεως των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή λόγω του πλαισίου στο οποίο ασκούνται, το χαρακτηριστικό αυτό αποτελεί πραγματική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση, εφόσον ο στόχος είναι νόμιμος και η προϋπόθεση ανάλογη. 7. … 8. …», στο δε άρθρο 3 ότι «1. Η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης σημαίνει ότι δεν υφίσταται άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω φύλου στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όσον αφορά: α) τους όρους πρόσβασης στην απασχόληση … ή την επαγγελματική ζωή, περιλαμβανομένων των κριτηρίων επιλογής και των όρων πρόσληψης, ασχέτως του κλάδου δραστηριότητας και σε όλα τα επίπεδα της επαγγελματικής ιεραρχίας, … β) την πρόσβαση σε όλους τους τύπους και τα επίπεδα … επαγγελματικής κατάρτισης, … γ) … δ) … 2. Προς το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι: α) οι νομοθετικές κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, οι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης, καταργούνται … β) … ». Η Οδηγία 2002/73/ΕΚ μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με τον ν. 3488/2006 «Εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών όσον αφορά στην πρόσβαση στην απασχόληση, στην επαγγελματική εκπαίδευση και ανέλιξη, στους όρους και στις συνθήκες εργασίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 191), με το άρθρο 20 παρ. 1 του οποίου ορίσθηκε ότι «Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη νόμων, διαταγμάτων, υπουργικών αποφάσεων … εφόσον αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου». H Οδηγία 76/207/ΕΟΚ καταργήθηκε στη συνέχεια, από 15-7-2009, με την Οδηγία 2006/54/ΕΚ «για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (αναδιατύπωση)» (ΕΕ L 204 της 26-7-2006, σελ. 23), με την οποία οι διατάξεις της πρώτης αντικαταστάθηκαν με νεώτερες αντίστοιχου κατά βάση περιεχομένου. Η εν λόγω Οδηγία μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με τον ν. 3896/2010 «Εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης – Εναρμόνιση της κείμενης νομοθεσίας με την Οδηγία 2006/54/ΕΚ …»
(Α΄ 207).

11. Επειδή, όπως έχει κριθεί, με τις ανωτέρω, αμέσου εφαρμογής, διατάξεις των Οδηγιών 76/207/ΕΟΚ, 2002/73/ΕΚ και 2006/54/ΕΚ απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω φύλου, άμεση ή έμμεση, όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Από το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω Οδηγιών δεν εξαιρούνται τα μέτρα που λαμβάνονται από τα κράτη - μέλη σχετικά με την πρόσβαση στην απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και τις συνθήκες εργασίας στις ένοπλες δυνάμεις (ή άλλα στρατιωτικώς οργανωμένα σώματα), με σκοπό τη διασφάλιση του αξιόμαχου αυτών χάριν της δημόσιας ασφάλειας, εξωτερικής και εσωτερικής (C-273/97 Sirdar), η δε υιοθέτηση παρεκκλίσεων από την ως άνω αρχή είναι επιτρεπτή μόνον σε ειδικές και σαφώς προσδιορισμένες περιπτώσεις απειλής κατά της δημόσιας ασφάλειας, τηρουμένης πάντοτε της αρχής της αναλογικότητας, που επιβάλλει τέτοιου είδους παρεκκλίσεις να μην βαίνουν πέραν του καταλλήλου και αναγκαίου για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού μετρου (C-222/84 Johnston, C-273/97 Sirdar, C-285/98 Kreil). Εξάλλου, έμμεση διάκριση λόγω φύλου υφίσταται σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η θέσπιση ενός κριτηρίου ή προσόντος, καίτοι διατυπωμένη κατά τρόπο ουδέτερο, περιάγει στην πραγματικότητα σε μειονεκτική θέση πολύ μεγαλύτερο ποσοστό -ή καταλήγει σε παντελή αποκλεισμό- των εκπροσώπων του ενός φύλου, όσον αφορά τη δυνατότητα πρόσβασης σε επαγγελματική εκπαίδευση και απασχόληση, την επαγγελματική προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, εκτός εάν η διαφορετική αυτή, κατ’ αποτέλεσμα, μεταχείριση οφείλεται σε παράγοντες, οι οποίοι δικαιολογούνται αντικειμενικά και είναι ξένοι προς οιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου (C-100/95 Kording, C-243/95 Hill, C-187/00 Kutz-Bauer, C-196/02 Νικολούδη κατά ΟΤΕ).

12. Επειδή, στην παρούσα υπόθεση, τίθεται το ζήτημα κατά πόσον οι εφαρμοστέες διατάξεις του π.δ. 90/2003, με τις οποίες θεσπίζεται, ως απαραίτητο προσόν για την πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση και, μέσω αυτής, στην απασχόληση στην Ελληνική Αστυνομία, ενιαίο, για άνδρες και γυναίκες υποψηφίους, ελάχιστο ανάστημα 1,70 μ., αντιβαίνουν στις διατάξεις των ως άνω Οδηγιών 76/207/ΕΟΚ, 2002/73/ΕΚ και 2006/54/ΕΚ ως ενέχουσες έμμεση διάκριση λόγω φύλου, δεδομένου ότι, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, σύμφωνα με το υπόμνημα της εφεσίβλητης και τα υπ’ αυτής προσκομισθέντα στοιχεία επιστημονικών ερευνών, αλλά και τα διδάγματα της κοινής πείρας, οι γυναίκες υποψήφιοι πληρούν την εν λόγω απαίτηση σε συντριπτικά μικρότερο ποσοστό από τους άνδρες υποψηφίους. Ενόψει του ότι το εν λόγω ζήτημα δεν έχει διευκρινισθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Συμβούλιο της Επικρατείας κρίνει αναγκαίο να υποβάλει στο εν λόγω Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα: «Η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του π.δ. 90/2003, με την οποία τροποποιήθηκε η παρ. 1 του άρθρου 2 του π.δ. 4/1995 και ορίζεται ότι οι ιδιώτες υποψήφιοι για τις Σχολές Αξιωματικών και Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας πρέπει, μεταξύ άλλων προσόντων, «να έχουν ανάστημα (άνδρες και γυναίκες) τουλάχιστον 1,70 μ.», είναι σύμφωνη με τις διατάξεις των Οδηγιών 76/207/ΕΟΚ, 2002/73/ΕΚ και 2006/54/ΕΚ, οι οποίες απαγορεύουν κάθε έμμεση διάκριση λόγω φύλου όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας στον δημόσιο τομέα (εκτός εάν η διαφορετική αυτή, κατ’ αποτέλεσμα, μεταχείριση οφείλεται σε παράγοντες, οι οποίοι δικαιολογούνται αντικειμενικά και είναι ξένοι προς οιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου, δεν βαίνει δε πέραν του κατάλληλου και αναγκαίου για την εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρου);».

Δ ι ά τ α ύ τ α

Διατυπώνει προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το εξής προδικαστικό ερώτημα: «Η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του π.δ. 90/2003, με την οποία τροποποιήθηκε η παρ. 1 του άρθρου 2 του π.δ. 4/1995 και ορίζεται ότι οι ιδιώτες υποψήφιοι για τις Σχολές Αξιωματικών και Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας πρέπει, μεταξύ άλλων προσόντων, «να έχουν ανάστημα (άνδρες και γυναίκες) τουλάχιστον 1,70μ.», είναι σύμφωνη με τις διατάξεις των Οδηγιών 76/207/ΕΟΚ, 2002/73/ΕΚ και 2006/54/ΕΚ, οι οποίες απαγορεύουν κάθε έμμεση διάκριση λόγω φύλου όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας στον δημόσιο τομέα (εκτός εάν η διαφορετική αυτή, κατ’ αποτέλεσμα, μεταχείριση οφείλεται σε παράγοντες, οι οποίοι δικαιολογούνται αντικειμενικά και είναι ξένοι προς οιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου, δεν βαίνει δε πέραν του κατάλληλου και αναγκαίου για την εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρου);».

Αναβάλλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως, μέχρις ότου το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφανθεί επί του ως άνω ερωτήματος.


Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 3 και 4 Νοεμβρίου 2014 και στις 30 Μαρτίου 2015

Η Πρόεδρος του Γ? Τμήματος Η Γραμματέας του Γ? Τμήματος

Αικ. Συγγούνα Δ. Τετράδη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 24ης Ιουνίου 2016.

Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας του Γ? Τμήματος

Αικ. Σακελλαροπούλου Δ. Τετράδη
Τελευταία επεξεργασία από spirosgiapros και 13 Νοέμ 2017 17:53, έχει επεξεργασθεί 1 φορά/ες συνολικά
spirosgiapros
Παλιό μέλος
 
Δημοσιεύσεις: 1000
Εγγραφή: 13 Ιουν 2009 13:13

Re: Υψομετρικά τεστ

Δημοσίευσηαπό spirosgiapros » 13 Νοέμ 2017 12:24

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι :
α. η έκδοση οριστικής απόφασης έχει αναβληθεί μέχρι να έρθει επίσημη απάντηση από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
β. μόλις έρθει η απάντηση θα ξανασυνεδριάσει το ΣΤΕ και αφού λάβει υπόψη την απάντηση του Δικαστήριου της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα εκδόσει οριστική απόφαση
Τελευταία επεξεργασία από spirosgiapros και 13 Νοέμ 2017 17:48, έχει επεξεργασθεί 1 φορά/ες συνολικά
spirosgiapros
Παλιό μέλος
 
Δημοσιεύσεις: 1000
Εγγραφή: 13 Ιουν 2009 13:13

Re: Υψομετρικά τεστ

Δημοσίευσηαπό EggoatAk » 13 Νοέμ 2017 16:13

Ευχαριστούμε πολύ ! 8)
Θάρρος είναι να κυριαρχείς στο φόβο σου, όχι να μην έχεις φόβο(Respect) .
EggoatAk
Νέο Μέλος
 
Δημοσιεύσεις: 14
Εγγραφή: 20 Αύγ 2017 19:22

Re: Υψομετρικά τεστ

Δημοσίευσηαπό policegirl » 13 Νοέμ 2017 23:59

Με καλυψες. Ευχαριστουμέ πολυ οντως!
policegirl
Μέλος
 
Δημοσιεύσεις: 83
Εγγραφή: 29 Μάιος 2015 22:38

Re: Υψομετρικά τεστ

Δημοσίευσηαπό policegirl » 14 Νοέμ 2017 00:08

EggoatAk έγραψε:Πρώτα απ' όλα καλή επιτυχία :16: ! .....
Κι εγώ δεν είμαι 1,70 (ακόμα τουλάχιστον) αλλά ευελπιστώ ότι θα αλλάξει ο νόμος και το θεωρώ και πολύ πιθανό, οπότε ψυχραιμία . . :7:


Πρώτον, σε ευχαριστώ πολύ κ δεύτερον σου εύχομαι καλη επιτυχία κ μακάρι να πάνε όλα καλά :21:
policegirl
Μέλος
 
Δημοσιεύσεις: 83
Εγγραφή: 29 Μάιος 2015 22:38

Re: Υψομετρικά τεστ

Δημοσίευσηαπό EggoatAk » 15 Νοέμ 2017 00:09

;) ευχαριστώ κι εγώ . Μια χαρά θα πάνε όλα.
Θάρρος είναι να κυριαρχείς στο φόβο σου, όχι να μην έχεις φόβο(Respect) .
EggoatAk
Νέο Μέλος
 
Δημοσιεύσεις: 14
Εγγραφή: 20 Αύγ 2017 19:22


Επιστροφή στο Εκπαίδευση - εξοπλισμός - Ακαδημία

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση : Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 1 επισκέπτης